t.t

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

Το μάζεμα της ελιάς ένα ατελείωτο πανηγύρι..

   Το μάζεμα της ελιάς ένα ατελείωτο πανηγύρι. Το ωραιότερο ψωμοτύρι της ζωής μου. Τα τραγούδια της μητέρας μου –που με συνοδεύουν σε ό,τι κι αν κάνω-, η αγωνία του πατέρα για την έκβαση της δουλειάς, η αίσθηση της ελευθερίας μες τα λιοστάσια – που θα την διεκδικώ πάντα- ήταν ένα κομμάτι που μένει ανεξίτηλο και με πλημμυρίζει με συναισθήματα και εικόνες μοναδικές.

   Ένα χωριό δίπλα στη μεγαλύτερη λίμνη της πατρίδας μας. Πολλά νερά, το χώμα νοτισμένο. Πριν ο ήλιος ανέβει ψηλά έβλεπες τη δροσιά πάνω στα φύλλα. Πολλές φορές η πρωινή ομίχλη έκανε το τοπίο μαγευτικό. Φωνές ακουγόταν από παντού ..
   Το Νοέμβρη ο κάμπος έπαιρνε ζωή. Οι μεγάλοι, παρέες- παρέες άρχιζαν το τίναγμα, το μάζεμα για να γεμίσουν τα κοφίνια τα σακιά. Εμείς, τα παιδιά, μαζεύαμε κάτω από τα δέντρα τις ελιές που τίναζε ο πατέρας Μία- Μία.
   Μέσα από τη δουλειά, κοντά στη φύση εκπαιδευτήκαμε στην υπομονή, στη μεθοδικότητα, στη συλλογική εργασία, στον συλλογικό αγώνα, στην    . Μάθαμε το μεγαλείο της προσφοράς. Δίναμε στο γείτονα μας, ό,τι τους έλειπε κι εκείνος έδινε σε μας.
   Σα παιδιά μας γοήτευαν τα λουλούδια, τα κυκλάμινα, οι βοσκίνες, το βρακάκι της χελώνας, η άγρια ορχιδέα, τα μανιτάρια. Λαγοί, χελώνες, σκατζοχοιράκια, σαύρες περνούσαν δίπλα μας. Συμβιώναμε  μαζί αρμονικά, χωρίς φόβους. Παίζαμε μαζί τους.
   Τι βάλσαμο στη ψυχή μου ν’ αναπολώ αυτές τις εικόνες! Όλο αρμονία!
   Το νερό στο χωμάτινο αυλάκι που κυλούσε ήρεμα, γλυκά τα πουλιά στα δέντρα. Κάθε ώρα της μέρας η εικόνα του τοπίου άλλαζε.. Ο ήλιος, ο άνεμος, τα σύννεφα αργά, σταθερά, μετέτρεπαν τα πάντα. Τίποτε και ποτέ βαρετό. Πόσο τυχερή αισθάνομαι που μεγάλωσα σ’ ένα χωριό και σε μια τόσο αγαπημένη οικογένεια. –Τελικά τα παιδικά χρόνια είναι το καταφύγιο μας. Είναι επένδυση για τις μελλοντικές δυσκολίες που ούτως ή άλλως φέρνει η ζωή.-
   Αργά το απόγευμα τα σακιά φορτώνονταν, άλλα για πούλημα, άλλα για λάδι, άλλα για το σπίτι. Οι γονείς μας κατάκοποι, καταϊδρωμένοι, αλλά ευχαριστημένοι. Το κατώι γεμάτο, μοσχοβολούσε λάδι, ελιές… το ζεστό χρήμα έφερνε ευτυχία και όνειρα.
Μοιράζομαι μαζί σας το ποίημα του Μαβίλη,

Η ΕΛΙΑ


Στην κουφάλα σου εφώλιασε μελίσσι,
γέρικη ελιά, που γέρνεις με τη λίγη
πρασινάδα που ακόμα σε τυλίγει
σα νάθελε να σε νεκροστολίσει.



Και το κάθε πουλάκι στο μεθύσι
της αγάπης πιπίζοντας ανοίγει
στο κλαρί σου ερωτιάρικο κυνήγι,
στο κλαρί σου που δε θα ξανανθίσει.

Ώ πόσο στη θανή θα σε γλυκάνουν,
με τη μαγευτική βοή που κάνουν,
ολοζώντανης νιότης ομορφάδες

που σα θύμησες μέσα σου πληθαίνουν.
Ω να μπορούσαν έτσι να πεθαίνουν
και άλλες ψυχές, της ψυχής σου αδερφάδες. 

Υ.Γ.: Το παραπάνω είναι γραμμένο από μια Καινουργιώτισα που μένει στην Αθήνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου